νυστ-άζω,fut.-άξω
LXX Is. 5.27 :aor.
A.
ἐνύσταξα
Thphr. Char. 7.8
, LXX 2 Ki. 4.6 , al. ; ἐνύστασα
Dionys.Com. 2.43
, AP 12.135 ( Asclep. ) :— mostlypres.,to be half asleep, doze,
νυστάζοντα οὐδένα ἂν ἴδοις
X. Cyr. 8.3.43
; ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι
Pl. Ap. 31a
; ὀφθαλμοὶ πλέοντες ὥσπερ τῶν νυσταζόντων
Hp. Epid. 7.17
;οὐχὶ νυστάζειν ἔτι ὥρα <>στίν
Ar. Av. 639 , cf. Xenarch. 2.1 , Com.Adesp. 185 ; νυστάζοντος δικαστοῦ