LSJνωμ-ήσιμοςGlossνωμ-ήσιμος , ον , f.l. for λωβήσιμος , Nic. Fr. 73.3 .νωμ-ήσιμος,ον,A.f.l. for λωβήσιμος , Nic. Fr. 73.3 .ReferencesNic. Fr. 73.3