νωφαιόν: ἀφανές,
Hsch.
νωφαλή<ς>: νωθρός,Id.νωφρύς,
A.
= βαλλωτή , Ps.- Dsc. 3.103 .νωχαλίζει: βραδύνει,
Hsch.
νωχᾰλός,ή,όν, = νωχελής , Id. (νοχ-cod.): Comp.
-έστερος, ψυχήAndrocyd. ap. Clem.Al. Strom. 7.6.33 .
νωφαιόν: ἀφανές, Hsch. νωφαλή<ς>: νωθρός, Id. νωφρύς , = βαλλωτή , Ps.- Dsc. 3.103 . νωχαλίζει: βραδύνει, Hsch. νωχᾰλός , ή , όν , = νωχελής , Id. ( νοχ- cod.): Comp. -έστερος, ψυχή Androcyd. ap. Clem
νωφαιόν: ἀφανές,
Hsch.
νωφαλή<ς>: νωθρός,Id.νωφρύς,
A.
= βαλλωτή , Ps.- Dsc. 3.103 .νωχαλίζει: βραδύνει,
Hsch.
νωχᾰλός,ή,όν, = νωχελής , Id. (νοχ-cod.): Comp.
-έστερος, ψυχήAndrocyd. ap. Clem.Al. Strom. 7.6.33 .