ἀναπατάσσω,
A. strike,
κεφαλὴν ἀνεπάταξε
Men. Epit. 468
.
2. ἀνεπάταξεν: ἐξ ὕπνου ἀνέβλεψε,
Hsch.
II. strike up, ἀναπατάξασθαι: ἀνακρούσασθαι ᾆσμα,Id.
strike,
ἀναπατάσσω,
A. strike,
κεφαλὴν ἀνεπάταξε
Men. Epit. 468
.
2. ἀνεπάταξεν: ἐξ ὕπνου ἀνέβλεψε,
Hsch.
II. strike up, ἀναπατάξασθαι: ἀνακρούσασθαι ᾆσμα,Id.