ξεν-ία,ἡ, Ep.
ξενίη
Od. 24.286 ; Ion.
ξεινίη(
A.
v.l. ξεινηί̈η ) Hdt. (v. infr.) : (ξένος) :—hospitality shown to a guest, entertainment,
δώροισιν ἀμειψάμενος . . καὶ ξενίῃ ἀγαθῇ
Od. 24.286
;μείξεσθαι ξενίῃ ἠδ' ἀγλαὰ δῶρα διδώσεινib. 314 ; κατὰ ξεινίην hospitii causa,
Hdt. 2.182
;ἐπὶ ξενίαν ἐλθεῖνto comeas a guest,
Pi. N. 10.49 ; but,ἐπὶ ξενίαν καλεῖν, παρακαλεῖν,alsoἐπὶ ξενίᾳ καλεῖσθαι, καλεῖν,prob. only as f.l. for ἐπὶ ξένια , v. ξένιος
1.2 : in pl., Id. O. 4.17 ; ξενίαι καὶ φιλότητες
And. 1.145
; ἑτοίμαζέ μοι ξ.