ξηρός,ά,όν,
A. dry,opp.ὑγρός,of a dried-up river, Hdt. 5.45 ; χειμάρρους ξηροὺς ὕδατος
Arr. An. 4.3.2
; ἠὴρ ξ.
Hdt. 2.26
; ξ. ἄνεμος
Ar. Nu. 404
; ξηροῖς ἀκλαύτοις ὄμμασιν
A. Th. 696
; ὀμμάτων ξ. κόραι
E. Or. 389
;μέτρα ξ. τε καὶ ὑγρά dryand liquid measures, Pl. Lg. 746d ;ὕλη αὔη καὶ ξ.ib. 761d ;ξ. γάλα,i.e.ripecheese, Eust. 1001.51 (cf.περίξηρος) ; soτυρὸς ξ.,opp.τυρὸς χλωρός,
Antiph. 133.7 , cf. Philox. 3.8 ;ἐν ξηροῖσιν ἐκτρέφεινonsolidfood, i.e. cereals, E. Ba. 277 ;καρπὸς ξ.,i.e. cereal, opp.κ. ξύλινος,produce of trees, i. e. fruit, wine, or oil, Pl. Criti. 115b ; ξ. χόρτος hay,
PPetr. 3p.181
(iii B.C.);φοῖνιξ ξ. drieddates, PSI 1.33.14