ἀναπέτομαι, poet.ἀμπέταμαι
IG 14.1934
A. f,lateἀναπετάομαι v.l. in
Gp. 2.5.12 :fut. -πτήσομαι:aor. ἀνεπτόμηνorἀνεπτάμην,in Trag. alsoἀνέπτην, 3 pl.
ἀνέπτησαν
Ant.Lib. 14.4
:—fly up, fly away,
ἢν . . ἀναπτῆσθε ἐς τὸν οὐρανόν
Hdt. 4.132
, cf. 5.55 ; οἰχήσονται ἀναπτόμενοι
Antipho Fr. 58
; αἰθερία δ' ἀνέπτα
E. Med. 440
;ἀν' ὑγρὸν ἀμπταίην
αἰθέρα
Id. Ion 796
; ἀναπέτομαι δὴ πρὸς Ὄλυμπον