ξῡνός,ή,όν,
A.
= κοινός ,common, public, general,
ξ. κακόν
Il. 16.262
; γαῖα δ' ἔτι ξ. πάντων
15.193
;ξ. Ἐνυάλιος,i.e. warhath an even hand,
18.309 ; ξ. ἀνθρώποις Ἄρης
Archil. 62
; also of Apollo and Dionysus, AP 9.524.15 , 525.15 ; ξυναὶ γὰρ τότε δαῖτες ἔσαν ξυνοὶ δὲ θόωκοι
Hes. Fr. 82
; ξ. δ' ἐσθλὸν τοῦτο πόληί̈ τε παντί τε δήμῳ
Tyrt. 12.15
; ξ. Ἑλλήνων τε καὶ βαρβάρων λόγος
Hdt. 4.12
; ξ. πᾶσι ἀγαθόν