ξυρμεύεσθαι : ἀδιακρίτως λαλεῖν καὶ καυχᾶσθαι( Att. ), Hsch.
ξυρμεύεσθαι :
Gloss
ξυρμεύεσθαι : ἀδιακρίτως λαλεῖν καὶ καυχᾶσθαι ( Att. ), Hsch.
ξυρμεύεσθαι : ἀδιακρίτως λαλεῖν καὶ καυχᾶσθαι ( Att. ), Hsch.
ξυρμεύεσθαι : ἀδιακρίτως λαλεῖν καὶ καυχᾶσθαι( Att. ), Hsch.