ὀβολο-στάτης [ᾰ],ου,ὁ, (ἵστημι)
A. weigher of obols,i. e.petty usurer,
Ar. Nu. 1155 , Hyp. Fr. 154 , Antiph. 168 , Philostr. VA 8.7 , Onos. 1.20 ; butἐκ τῶν πλουσίων τριάκοντα ᾑρέθησαν ὀ., ὅ ἐστι δανεισταὶ ἐπὶ ὀβολῷ τὴν μνᾶν δανείζοντεςSch. Aeschin. 1.39 : perh. fromστῆσαι,
= δανεῖσαι ; cf.στάσιμοςand Hsch. s. vv.ὀβολοστάτης, ἱστάνειν:—fem.ὀβολο-στάτις, Pl. Ax. 367b , Poll. 3.112 : henceὀβολο-στᾰτική(sc.τέχνη),ἡ,the trade of a petty usurer,and generally,usury,
Arist. Pol. 1258b2 .