LSJὀγάστριοςGlossὀγάστριος , ον , = ὁμογάστριος , v. l. in Lyc. 452 ; ὀγάστωρ: ὁμογάστωρ, Hsch.ὀγάστριος,ον,A.= ὁμογάστριος ,v.l. in Lyc. 452 ;ὀγάστωρ: ὁμογάστωρ,Hsch.ReferencesLyc. 452Hsch.Related Lemmasὀγάστωρ: