ὀγκ-όω,aor. ὤγκωσα:aor.andpf.
Pass.
ὠγκώθην, ὤγκωμαι(v. infr.): (ὄγκοςB):—
A. raise up, rear,
ἠρίον
Alex.Aet. 3.33
; ὤγκωσεν τάδε σήματα
Epigr.Gr. 233.9
(Chios):— Pass. , τάφῳ ὀγκωθῆναι
E. Ion 388
; and of the cairn itself, ὠγκώθην
AP 7.651
( Euph. ); ὀστέα δ' ὀγκωθεὶς . . ἔδεκτο τάφος
Epigr.Gr. 233.4
.
2. distend,
τὸ πνεῦμα τὰς φλέβας ὀγκοῖ