LSJὀδμ-άομαιGlossὀδμ-άομαι , ὀδμή , older forms of ὀσμάομαι, ὀσμή (q.v.).ὀδμ-άομαι,ὀδμή, older forms ofὀσμάομαι, ὀσμή(q.v.).Related Lemmasὀδμή