ὁδοιπορ-έω,impf. ὡδοιπόρεον,-ουν,
Hdt. 4.116 (
A.
v.l. ὁ- ), S. OT 1027 :fut.
-ήσω
Hp. Art. 58
:pf.
ὁδοιπόρηκα
Philippid. 13
:plpf. 3 pl.
διοδοιπορήκεσαν
Hdt. 8.129
:— Pass. ,pf.
ὡδοιπόρηται
Luc. Herm. 2
:—walk,
Hdt. 4.110 , S. OT 801 ; ὀρθότεροι -ήσουσι
Hp.