LSJὀδῠν-αίτεροςGlossὀδῠν-αίτερος , α , ον , irreg. Comp. form of ὀδυνηρός or ὀδυνώδης, Hp. Fract. 17 .ὀδῠν-αίτερος,α,ον, irreg. Comp. form ofὀδυνηρόςorὀδυνώδης,Hp. Fract. 17 .