ὀδυρ-μός,ὁ,
A. lamentation,
ὀδυρμοὶ καὶ γόοι
A. Pr. 33
; γήξας' ὀδυρμῶν πενθίμων τε δακρύων
E. Ph. 1071
; θρήνων ὀδυρμοί
Id. Tr. 609
; ὀδυρμοὺς, καὶ οἴκτους
Pl. R. 387d
;θρήνων τε καὶ ὀδυρμῶνib. 398d , al., cf. Call. Fr. 1.7 P.: c. gen.,τῆς τύχης ὀ. lamentationfor . . , Plu. Demetr. 47 .