ὁδωτός,ή,όν,
A. passable, γῆν ὁ. ἐποίησε f.l. in
D.Chr. 3.127 ; ὁ. θάλασσα
Suid.
II. practicable, feasible,
ἐμοὶ οὐχ ὁδωτά
S. OC 495
.
passable,
ὁδωτός,ή,όν,
A. passable, γῆν ὁ. ἐποίησε f.l. in
D.Chr. 3.127 ; ὁ. θάλασσα
Suid.
II. practicable, feasible,
ἐμοὶ οὐχ ὁδωτά
S. OC 495
.