ὄθομαι, onlypres.andimpf.,
A. take heed,
Hom. only in Il. , and always with neg.: abs., οὐκ ἀλεγίζει οὐδ' ὄθεται
Il. 15.107
: c.inf.,οὐκ ὄθεται φίλον ἦτορ ἶσον ἐμοὶ φάσθαιib. 166 , cf. 182 : withpart.forinf., ὃς οὐκ ὄθετ' αἴσυλα ῥέζων
5.403
: c. gen. pers.,regard,
σέθεν . . οὐκ ἀλεγίζω, οὐδ' ὄθομαι κοτέοντος
1.181
; ἐμεῖο οὐκ ὄθεται
A.R. 3.94
, cf. 1.1267 . (Cf.ὀθεύει, ὀθέω, ὄθη.)