LSJὀθρεῖν:Glossὀθρεῖν: ἄγειν, Hsch. (Cf. ὀθεύει. ) ὄθριζε: διελέγετο, Id. (fort. ὀάριζε ).ὀθρεῖν: ἄγειν,Hsch. (Cf.ὀθεύει.)ὄθριζε: διελέγετο,Id. (fort.ὀάριζε).Related Lemmasὄθριζε: