οἰκει-ωτικός,ή,όν,
A. appropriative,
τέχνη οἰ.
Pl. Sph. 223b
; τὸ οἰ. πάθος πρὸς ἕκαστα
Polystr. Herc. 346p.79V.
2. adapting,
οἰ. δύναμις πρὸς τὸ καλόν
Plu. 2.759e
.
appropriative,
οἰκει-ωτικός,ή,όν,
A. appropriative,
τέχνη οἰ.
Pl. Sph. 223b
; τὸ οἰ. πάθος πρὸς ἕκαστα
Polystr. Herc. 346p.79V.
2. adapting,
οἰ. δύναμις πρὸς τὸ καλόν
Plu. 2.759e
.