οἰκοδομ-εύς,έως,ὁ, nom. pl.-δομεῖς,
A.
= οἰκοδόμος , Ostr.Strassb. 583
(iii B. C.)(s.v.l., perh.οἱ κοδομεῖς).
οἰκοδομ-εύς , έως , ὁ , nom. pl. -δομεῖς, = οἰκοδόμος , Ostr.Strassb. 583 (iii B. C.) (s.v.l., perh. οἱ κοδομεῖς ).
οἰκοδομ-εύς,έως,ὁ, nom. pl.-δομεῖς,
A.
= οἰκοδόμος , Ostr.Strassb. 583
(iii B. C.)(s.v.l., perh.οἱ κοδομεῖς).