οἰκουμεν-ικός,ή,όν,
A. of, from,oropen to the whole world(cf. foreg.), νεικήσας ἀγῶνας ἱεροὺς οἰ.
IG 3.129
(iii A.D.); οἰ. συνέδριον τῶν λινουργῶν
Rev.Arch. 1874.113
.
of, from,
οἰκουμεν-ικός,ή,όν,
A. of, from,oropen to the whole world(cf. foreg.), νεικήσας ἀγῶνας ἱεροὺς οἰ.
IG 3.129
(iii A.D.); οἰ. συνέδριον τῶν λινουργῶν
Rev.Arch. 1874.113
.