οἰκουργός,όν, (οἶκος, ἔργον)
A. working at home,
Ep.Tit. 2.5 ( v.l. οἰκουρούς ); οἰκουργὸν καὶ καθέδριον διάγειν βίον
Sor. 1.27
(but cf.οἰκουροκαθέδριος).
working at home,
οἰκουργός,όν, (οἶκος, ἔργον)
A. working at home,
Ep.Tit. 2.5 ( v.l. οἰκουρούς ); οἰκουργὸν καὶ καθέδριον διάγειν βίον
Sor. 1.27
(but cf.οἰκουροκαθέδριος).