οἶκτος,ὁ , ̔οἴζὠ
A. pity, compassion,
οἶ. δ' ἕλε λαὸν ἅπαντα
Od. 2.81
, cf. 24.438 ;οἶ. τις ἴσχει ἀποκτεῖναι a feeling of pityprevents him from . . , Hdt. 5.92 .γ́,cf. Th. 3.40 ; οἴκτου πλέως
S. Ph. 1074
; ἔχειν οἶκτον φρενί
Id. Aj. 525
; ἐμοὶ γὰρ οἶ. δεινὸς εἰσέβη
Id. Tr. 298
; ἐμοὶ μὲν οἶ. δεινὸς ἐμπέπτωκέ τις
Id. Ph. 965
; θνητοὺς . . ἐν οἴκτῳ προθέμενος
A. Pr. 241
; δι' οἴκτου ἔχειν τινά
E. Hec. 851
; εἰσῆλθέ μ' οἶ. εἰ . .