οἰκτρός,ά,όν, of persons,
A. pitiable,
κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον οἰκτρός
Il. 11.242
, cf. A. Supp. 61 (lyr.), S. OT 58 , etc.: c. gen., οἰκτροὶ τῆς μεταβολῆς to be pitied for . . ,
Plu. Flam. 13
.
2. of things,pitiable, lamentable,
ἕτερα πεπόνθαμεν -ότερα
Hdt. 7.46
; οἰκτρὰ λογοποιοῦντες
X. Cyr. 2.2.13
; συμφορὰ οἰ.
Pi. O. 7.77
; -ότατος θάνατος
Id. P. 3.42
;πημοναί, ἄλγος,