οἰκωφελ-ία, Ep.
οἰκωφελ-ίη,ἡ(cf.
A.
οἶκον ὀφέλλειν
Od. 15.21
),increase of the household or estate, housekeeping,
τοῖος ἔα ἐν πολέμῳ: ἔργον δέ μοι οὐ φίλον ἔσκεν οὐδ' οἰκωφελίη
Od. 14.223
; γυναιξίν, νόος οἰκωφελίας αἷσιν ἐπάβολος
Theoc. 28.2
, cf. Naumach. ap. Stob. 4.23.7 .