οἰμ-ωγή,ἡ,
A. wailing, lamentation,
κωκυτῷ καὶ οἰμωγῇ
Il. 22.409
; οἰ. τεστοναχῇ τε
24.696
; ἅμ' οἰ. τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν
4.450
, quoted by Ar. Pax 1276 ; οἰμωγῇ διαχρέεσθαι
Hdt. 3.66
, cf. 8.99 ; οἰμωγὴ . . ὁμοῦ κωκύμασιν
A. Pers. 426
; πικρᾶς οἰ.
S. Ph. 190
(lyr.) ; ἐξῴμωξεν οἰ. λυγράς
Id. Aj. 317
; στεναγμὸν οἰμωγήν θ' ὁμοῦ