οἰν-ίζω(A),
A. resemble wine,
τὸ οἰνίζον
Thphr.
ap. Apollon. Mir. 43 ; οἰνίζουσαν τῇ ὀσμῇ
Dsc. 1.13
, cf. Gal. 14.13 .
II.
Med. ,procure wine by barter, buy wine,
οἰνίζοντο . . Ἀχαιοί, ἄλλοι μὲν χαλκῷ ἄλλοι δ' αἴθωνι σιδήρῳ
Il. 7.472
; οἶνον μελίφρονα οἰνίζεσθε σῖτόν τ' ἐκ μεγάρων
8.506
, cf. 546 : in later Prose, ἐκ Λήμνου οἰ.
Max.Tyr. 39.1
; ἐκ τοῦ ποταμοῦ
Luc. VH 1.9