οἰο-πόλος,ον, (οἶος, πέλομαι) of places,
A. lonely,
ὄρεα
Od. 11.574
;χῶρος, σταθμός,
Il. 13.473 , 19.377 ; of persons,solitary, unaccompanied,
δαίμων
Pi. P. 4.28
.
II. (οἶς, -πόλος,cf.αἰπόλος)tending sheep,
Ἄρτεμις
Id. Dith. 2.19
; Ἑρμῆς
h.Merc. 314
;Ἀπόλλων v.l. in
Coluth. 309 ;θεαί,of the Hesperides, A.R. 4.1322 , cf. 1413 ; Πάριν οἰοπόλοισιν ἐφεδριόωντα θοώκοις
Coluth. 15