LSJὀκνάδραστον:Glossὀκνάδραστον: πᾶν πρᾶγμα ἄγνωμον, Hsch. ( οἰκν- cod., sed post ὀκνείω ).ὀκνάδραστον: πᾶν πρᾶγμα ἄγνωμον,Hsch. (οἰκν-cod., sed postὀκνείω).