ὀκν-ηρός,ά,όν,
A. shrinking, timid,
ἐλπίδες -ότεραι
Pi. N. 11.22
; ἀσθενέας καὶ ὀ.
Hp. Acut. 28
; -ότερος ἐς τὴν πρᾶξιν
Antipho 2.3.5
; ἐς τὰ πολεμικὰ -ότεροι
Th. 4.55
, cf. 1.142 ; esp. from fear, opp.τολμηρός,
D. 25.24 ; τὸ θῆλυ -ότερον
Arist. HA 608b13
.Adv.
-ρῶς reluctantly,
X. An. 7.1.7
; ὀ. διακεῖσθαι
D. 10.28