ὄκν-ος,ὁ,
A. shrinking, hesitation,
οὔτε τί με δέος ἴσχει ἀκήριον οὔτε τις ὄ.
Il. 5.817
(answering toκάματοςin 811 ), cf. 13.224 ; οὔτ' ὄκνῳ εἴκων οὔτ' ἀφραδίῃσι νόοιο
10.122
, cf. A. Th. 54 , S. Ant. 243 ; ὄ. τις καὶ μέλλησις
Th. 7.49
; ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄ. φέρει
Id. 2.40
, etc. ; τὸν μὲν ὄ. ψόγον, τὸν δὲ πόνον ἔπαινον ἡγουμένη
Isoc. 1.7
: hence,
2. simply,alarm, fear,
A. Ag. 1009 (lyr.), S. Ph. 225 : c. gen., τοῦ μάλιστ' ὄ. ς' ἔχει
Id. OC 652