LSJὀκν-ώδηςGlossὀκν-ώδης , ες , = ὀκνηρός, πρός τι Dionys. Av. 1.6 .ὀκν-ώδης,ες,A.= ὀκνηρός, πρός τιDionys. Av. 1.6 .ReferencesDionys. Av. 1.6