LSJὄλα:Glossὄλα: τὰ ἐντὸς τῆς σηπίας στρογγύλα, Hsch. ; cf. ὀλός.ὄλα: τὰ ἐντὸς τῆς σηπίας στρογγύλα,Hsch. ; cf.ὀλός.