LSJὀλαγμεύειν:Glossὀλαγμεύειν: ὀλὰς βάλλειν, Phot. ὀλαεῖ: ἐνοχλεῖ, καὶὀλαγμεύειν: ὀλὰς βάλλειν,Phot.ὀλαεῖ: ἐνοχλεῖ, καὶRelated Lemmasὀλαεῖ: