ὁλκ-άζω,
A. draw, ὅλκασον(ὥλκασσονPap.) τὴν τροφὴν ἐκ τοῦ ὕδατος
PBaden 49
(ii B. C.); cf.ὁλκάζει: ἕλκει, χαλιναγωγεῖ,
Hsch.
draw,
ὁλκ-άζω,
A. draw, ὅλκασον(ὥλκασσονPap.) τὴν τροφὴν ἐκ τοῦ ὕδατος
PBaden 49
(ii B. C.); cf.ὁλκάζει: ἕλκει, χαλιναγωγεῖ,
Hsch.