ὁλκ-ός,ή,όν,
A. drawing to oneself, attractive,
θερμόν τε καὶ ὁ.
Arist. Pr. 931a25
; μάθημα ψυχῆς ὁλκὸν ἀπὸ τοῦ γιγνομένου ἐπὶ τὸ ὄν
Pl. R. 521d
;ὁλκὸν . . ψυχῆς πρὸς ἀλήθειανib. 527b ; ὁλκοτέρας τὰς ῥίζας ποιεῖν
Thphr. CP 3.17.3
(ἑλκοτέραςcod. A:ἑλκτικωτέραςWimmer).
II. trailing,
ὁλκὰ βαίνων
Hld. 10.30
.Adv.
Comp.
-ότερον slowly,
Id. 3.5
.