LSJὀλοιόςGlossὀλοιός , όν , poet. for ὀλοός (q. v.). ὄλοισος: ὁ ἀπολλύς, Hsch.ὀλοιός,όν, poet. forὀλοός(q. v.).ὄλοισος: ὁ ἀπολλύς,Hsch.Related Lemmasὄλοισος: