ὀλοός,ή,όν, (ὄλλυμι)
A. destructive, deadly,
ὀλοὴ Κήρ
Il. 18.535
; μοῖρ' ὀλοή
16.849
, al. ; ὀλοῷ Ἀχιλῆι
24.39
; πυρὸς ὀλοοῖο
Od. 12.68
; ὀλοῷ ἐνὶ δεσμῷ
22.200
;πόλεμος, μάχης πόνος,
Il. 3.133 , 16.568 ;λύσσα, γόος, μῆνις,
9.305 , 23.10 , Od. 3.135 ; γήραος οὐδός
Il. 24.487
; νύξ
16.567