ἀναπυνθάνομαι,
A. inquire closely into,
τὰς πάτρας αὐτῶν ἀνεπύθετο
Hdt. 6.128
; ἀνεπυνθάνετο τὸν ποιήσαντα
Id. 8.90
; ἀναπυθώμεθα τούσδε τίνες ποτὲ καὶ πόθεν ἔμολον
Ar. Av. 403
.
2. abs.,ἀναπυνθανόμενος εὑρίσκωdiscoverby inquiry,
Hdt. 5.57 ; also,learn by inquiry,
ἀ. ταῦτα πραττόμενα
X. An. 5.7.1
codd.; ἀ. περί τινος
Pl. Hp.Mi. 363b
;ἀ. τί τινος ask ofa person, Ar. Pax 693 .