ὁλοσχερ-ής,ές,
A. whole, entire, complete,
Hp. Alim. 26 , Theoc. 25.210 ; παρατίθημ' ὁλοσχερῆ ἄρνα
Diph. 90
;ἀνήρ[ S. ] Fr. 1127.4 ; νόμισμα
IG 12(7).67
B(Amorgos) ; dub. in ib. 12(5).593 (Ceos), cf.δολοσχερής.
b. in large pieces, ὁ ἐλλέβορος -έστερος ληφθείς,opp.εἰς πάνυ σμικρὰ τριφθείς,
Aristo Stoic. 1.89 , cf. Chrysipp. ib. 2.158 .
2. absolute,
ἐξουσία
BGU 86.24
(ii A. D.);universal, widespread,
ὁ. κρίσις
Plb. 1.57.6
; φόβοι καὶ θόρυβοι