LSJὀλοφυγγώνGlossὀλοφυγγών , όνος , ἡ , = ὀλοφλυκτίς , Theoc. 9.30 ( v.l. -φυγδών as in Hsch. ).ὀλοφυγγών,όνος,ἡ,A.= ὀλοφλυκτίς , Theoc. 9.30 ( v.l. -φυγδών as in Hsch. ).ReferencesTheoc. 9.30Hsch.