LSJὄλωλαGlossὄλωλα , ὀλώλω , v. ὄλλυμι B. 111 . ὅλως , v. ὅλος 111 .ὄλωλα,ὀλώλω,A.v. ὄλλυμιB. 111 .ὅλως, v. ὅλος111 .ReferencesB. 111111Related Lemmasὀλώλωὅλως