ὁμηγερής,ές, (ὁμός, ἀγείρω)
A. assembled,
ὁμηγερέεσσι . . θεοῖσι
Il. 15.84
;ἤγερθεν ὁμηγερέες τ' ἐγένοντοthey wereall assembled,
1.57 , al. ; cf.ὁμηγυρής.
assembled,
ὁμηγερής,ές, (ὁμός, ἀγείρω)
A. assembled,
ὁμηγερέεσσι . . θεοῖσι
Il. 15.84
;ἤγερθεν ὁμηγερέες τ' ἐγένοντοthey wereall assembled,
1.57 , al. ; cf.ὁμηγυρής.