ὁμοί-ιος(B),ον, Ep. (not in Hom. ) forὁμοῖος, πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος
A. like in mindorwish, at one with,
Hes. Op. 182 ; δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος
Xenoph. 23.2
; θηκτοῖσιν ὁμοίιος ἦεν ἀκωκαῖς
Pancrat. Oxy. 1085.23
;χἁ νὺξ . . ἴσα καὶ ὁμοίιος ἀώςnight and day areequal,
Bion Fr. 15.18 .