ὁμό-στολος,ον,
A. in company with, attendant,
Βάκχον..μαινάδων ὁμόστολον
S. OT 212
(lyr.); ὁ. ὔμμιν ἕπεσθαι
A.R. 2.802
.
II. generally,similar,
μορφῆς δ' οὐχ ὁ. φύσις
A. Supp. 496
.
in company with, attendant,
ὁμό-στολος,ον,
A. in company with, attendant,
Βάκχον..μαινάδων ὁμόστολον
S. OT 212
(lyr.); ὁ. ὔμμιν ἕπεσθαι
A.R. 2.802
.
II. generally,similar,
μορφῆς δ' οὐχ ὁ. φύσις
A. Supp. 496
.