ἀναρρήγνῡμι(ἀνα-ύω
App. BC 4.115 ),
A. break up,
μή οἱ ὕπερθε γαῖαν ἀναρρήξειε Ποσειδάων
Il. 20.63
; ἀ. αὔλακας
Hdt. 2.14
;ἀ. τάφον diga grave, E. Tr. 1153 .
2. break through, break open,
τεῖχος ἀναρρήξας
Il. 7.461
; οἴκων μυχούς
E. Hec. 1040
; ὑπόνομον
Plb. 5.71.9
; ἐργαστήρια
Plu. Pel. 12
:— Pass. , νῆες ἀναρραγεῖσαι τὰς παρεξειρεσίας