ὁμό-ψηφος,ον,
A. voting with,
μὴ τοῖς ἐχθίστοις ὁμόψηφοι γένησθε
And. 2.28
; ὁ. κατά τινων τοῖς τριάκοντα
Lys. 13.94
.
II. having an equal right to vote with,
τοῖσι στρατηγοῖσι
Hdt. 6.109
; μετὰ τῶν σφετέρων
Id. 7.149
.
voting with,
ὁμό-ψηφος,ον,
A. voting with,
μὴ τοῖς ἐχθίστοις ὁμόψηφοι γένησθε
And. 2.28
; ὁ. κατά τινων τοῖς τριάκοντα
Lys. 13.94
.
II. having an equal right to vote with,
τοῖσι στρατηγοῖσι
Hdt. 6.109
; μετὰ τῶν σφετέρων
Id. 7.149
.