LSJἄβεις:Glossἄβεις: ἔχεις, Hsch. ἀβέλιος , i.e. ἀϝέλιος, Cret. for ἠέλιος, ἥλιος, Hsch.ἄβεις: ἔχεις,Hsch.ἀβέλιος, i.e.ἀϝέλιος,Cret. forἠέλιος, ἥλιος,Hsch.Related Lemmasἀβέλιος