ἀναρτ-έομαι, Ion. Verb, used only inpf.
Pass. (cf.ἀρτέομαι),
A. to be ready, preparedto do, c.inf., ἀναρτημένου σεῦ χρηστὰ ἔργα ποιέειν
Hdt. 1.90
; ἀναρτημένος ἔρδειν τινὰ κακῶς
6.88
; ἀνάρτημαι ἐπ' αὐτοὺς στρατεύεσθαι
7.8
.γ́.
to be ready, prepared
ἀναρτ-έομαι, Ion. Verb, used only inpf.
Pass. (cf.ἀρτέομαι),
A. to be ready, preparedto do, c.inf., ἀναρτημένου σεῦ χρηστὰ ἔργα ποιέειν
Hdt. 1.90
; ἀναρτημένος ἔρδειν τινὰ κακῶς
6.88
; ἀνάρτημαι ἐπ' αὐτοὺς στρατεύεσθαι
7.8
.γ́.